Πως κάτι θά’ χε και για μένα ο Θεός.Κι εκεί που άπλωνα το χέρι να ζητήσω,
το μερτικό μου να τραβήξω απ’ τη ζωή,
ήρθαν οι μπράβοι και μού’ παν να ηρεμήσω,
γιατί είχα ακόμα πολλή ψυχή ν’ αφήσω
και τα γραμμάτια δεν έχουν πληρωθεί.
Είπα: “Θ’ ανοίξω το δικό μου μονοπάτι.
Σε ποιόν χρωστάω δεν ξέρω. Ούτε και γιατί.
Μα εκείνοι γέλασαν και μού’ κλεισαν το μάτι
και δήθεν φιλικά με χτύπησαν στην πλάτη.
“Έτσι νομίζεις”, μου ψιθύρισαν στ’ αυτί.
Πέρασαν χρόνια και ξανά δεν μ’ ενοχλήσαν.
Δεν τους χρειάστηκε. Κατάλαβα πολλά.
Για ξεροκόμματα να σκύψω μου ζητήσαν,
ένα προς ένα τα όνειρά μου τα μετρήσαν
κι όχι όταν είπα με πετάξαν στα σκυλιά.
Μ’ έχουν διαγράψει μα καθόλου δεν με νοιάζει.
Την κόλαση που φτιάξανε για μας περιφρονώ.
Είμαι ο εφιάλτης που τον ύπνο τους ταράζει.
Φαρμάκι η φωνή μου στη ζωή τους στάζει.
Τον πόνο των απόκληρων εγώ θα τραγουδώ.
που τ’ όνομά της δεν το έμαθα ποτέ.Στα μονοπάτια των ονείρων τριγυρνούσα
κι έψαχνα τη δική μου χώρα του Ποτέ.
Νύχτες, παρέα με τροβαδούρους δίπλα στη φωτιά μεθούσα.
Κι έστελνα το παράπονό μου στο φεγγάρι.
Ποιος να’ χει την καλή μου μαγεμένη;
Ποιος ζήλεψε την ξωτικιά της χάρη;
Των ποιητών αιώνια αγαπημένη.
Μ’ ένα πειρατικό ρεσάλτα απελπισμένα
στης Σεχραζάτ τις Χίλιες και Μια Νύχτες.
Το πιο όμορφό της παραμύθι φύλαγε για μένα.
Μ’ αρχαίους βάρδους και τραγούδια ξεχασμένα,
του έρωτα ξετύλιγα τις λύπες.
Για ποια Ερωφίλη λόγια αγάπης είχα γράψει πονεμένα;
Κι έτσι ταξίδευα ώσπου μού’ γινε συνήθεια.
Κι αν με ρωτάς, απ’ όλ’ αυτά τι μένει;
Εσύ! Που ήσουν τ’ όνειρό μου κι η αλήθεια.
Σε μια ζωή διπλά αγαπημένη.
ακόμα δεν τα έχω πει.Θυμάμαι κάποια παραμύθια
με δράκους, μάγους και στοιχειά.
Που ο καλός στο τέλος θα νικούσε.
Περνούσε πάγο και φωτιά
για την πεντάμορφη που τόσο αγαπούσε.
Αλλιώς μου τά’ παν στη συνέχεια
κι αλλιώς μου έμαθαν να ζω.
Μόνος να είμαι, μόνος να τη βγάζω.
Σε δρόμο δίχως γυρισμό
φτηνή χαρά, φτηνές αγάπες ν’ αγοράζω.
Αχ! Να μπορούσα τη ζωή μου
σαν παραμύθι να τη ζω.
Μ’ ένα σπαθί στο χέρι να γυρνάω,
στα δυό να κόβω το κακό,
για την πεντάμορφη που χρόνια αναζητάω.
Νά’ μαι κορφή στο κύμα που αφρίζει.Νά’ μαι φεγγάρι, μικρό πεφταστέρι.
Νά’ μαι η νύχτα που φέρνει τη γαλήνη.
Νά’ μαι σπαθί σ’ εκείνου το χέρι
που αγάπη και δίκιο τον έμαθαν να δίνει.
Κι ένα αεράκι πρωινό
νά’ ρθει να με σκορπίσει.
Και σ’ έναν τόπο μακρινό
τη σκόνη μου ν’ αφήσει.
Και αύριο, αύριο πάλι απ’ την αρχή.
Νά’ μαι σταγόνα βροχής που ξεσπάει.
Νά’ μαι χωράφι ξερό και διψασμένο.
Νά’ μαι τραγούδι που στίχο ζητάει
για τον καημό μας να μιλήσει, τον κρυμμένο.
Νά’ μαι χαρά παιδιού που γελάει.
Νά’ μαι ο ήλιος που όλα τα φωτίζει.
Νά’ μαι το δίκιο αυτού που πονάει
για τη ζωή και την ψυχή του που δεν ορίζει.
Κι ένα αεράκι πρωινό
νά’ ρθει να με σκορπίσει.
Και σ’ έναν τόπο μακρινό
τη σκόνη μου ν’ αφήσει.
Και αύριο, αύριο πάλι απ’ την αρχή.
Ο ήλιος ανατέλλει στα μάτια σου.Ο αποσπερίτης θαμπώνει απ’ τη ζήλια του.
Γλυκιά μου εσύ, μικρή μου φεγγαρόλουστη.
Τ’ άστρα τη νύχτα ζηλεύουν τη λάμψη σου
και τ’ άστρο του Βορρά για σένανε μιλά.
Και η ανάσα σου, χιλιάδες αρώματα
μαράθηκε απ’ το φθόνο το ρόδο κι η μυρτιά.
Καθώς το πέπλο του ονείρου σε τύλιγε,
οι Χάριτες σε ραίναν με ξόρκια μαγικά.
Τόση ομορφιά ήταν πόνος αβάσταχτος
κι οι Μοίρες σου πετάξαν κατάρα και γητειά.
Τα μονοπάτια του ο Μορφέας ξετύλιξε.
Στου Αχέροντα την όχθη σε πήγε μια βραδιά.
Ο πόνος που ένιωσα αυτές τις νότες ντύθηκε,
στου κόσμου το σκοτάδι φως να χυθεί ξανά.
Κι εσένα που η ζωή αχάριστα αρνήθηκε
αυτό το τραγουδάκι αθάνατη κρατά.
και μια άλλη απαντά τρυφερά.Απ’ τα φώτα κρυμμένη η αλήθεια
και η αγάπη εκεί κάπου κοντά.
Μια σιωπή πού’ χει γίνει συνήθεια
μ’ ένα ψέμα στο ψέμα απαντά.
Ό,τι έψαξες βρήκες, κι ό,τι ζήτησες πήρες.
Κι ό,τι διάλεξες.
Ό,τι έδωσες πίσω σε σένα γυρνάει.
Θα το μάθεις, μα θα’ ναι αργά.
Μια φωνή ψιθυρίζει στη νύχτα
και η νύχτα απαντάει γλυκά.
“Μη ζητάς τίποτ’ άλλο. Δεν έχει.
Δεν αξίζει ο φτηνός τ’ ακριβά”.
Ό,τι έψαξες βρήκες, κι ό,τι ζήτησες πήρες.
Κι ό,τι διάλεξες.
Ό,τι έδωσες πίσω σε σένα γυρνάει.
Θα το μάθεις, μα θα’ ναι αργά.
Δεν αξίζει ο φτηνός τ’ ακριβά
Βγήκε φιρμάνι η σκέψη βλάπτει σοβαρά. Μέτρα μας πήρανε βαριά σιωπή μας ντύνουν
και τη ζωή μας τοκογλύφοι τη μετράνε.
Στο ζύγι κλέβουνε τις μέρες που μας δίνουν.
Γι’ αγάπη κι έρωτα οι ανέραστοι μιλάνε.
Τίποτα όμως από αυτά δεν μας τρομάζει
και τριγυρνάμε στους ορίζοντες του απείρου,
με μιαν ελπίδα που νερά συνέχεια μπάζει.
Εμείς, που γίναμε ονειρευτές του ονείρου.
Κυλάνε οι χρόνοι μες στο γκρίζο βουτηγμένοι,
σε σώματα άβουλα στεγνές ψυχές πεθαίνουν,
στη σαχλαμάρα και στο τίποτα δοσμένοι,
το στόμα πνίγει τις αλήθειες που επιμένουν.
Μα σαν του ονείρου τα όμορφα όνειρα ξυπνήσουν
θ’ αστράψει ο Λόγος τρομερός, κι απελπισμένοι
οι κήνσορες τους ποιητές θα προσκυνήσουν
και στον Παράδεισο θα μπουν οι αφορισμένοι.
Γι’ αυτό και τίποτε από αυτά δεν μας τρομάζει
και τριγυρνάμε στους ορίζοντες του απείρου,
με μιαν ελπίδα που νερά συνέχεια μπάζει.
Εμείς, που γίναμε ονειρευτές του ονείρου.
Στο πανηγύρι αυτό χρήμα σκορπάνεΠόσα θέλεις για να προδώσεις;
Τόσα θα πάρεις, κι αυτά με δόσεις.
Πρώτα θα κόψεις τις ερωτήσεις
Κι αν δεν σ’ αφήσουνε δεν θα μιλήσεις
Μετά θα μάθεις πως η αλήθεια
Είναι τα ψέμματα που γίναν συνήθεια
Πόσα θέλεις για να προδώσεις;
Τόσα θα πάρεις, κι αυτά με δόσεις.
Στο τέλος της ψυχή σου θα καταθέσεις
Άδειος θα μείνεις, έτσι αρέσεις
Μόνο το φόβο σου θα σου αφήσουν
Ν’ αργοπεθαίνεις κι αυτοί να ζήσουν
Πόσα θέλεις για να προδώσεις;
Τόσα θα πάρεις, κι αυτά με δόσεις.
Τον καημό μου τραγουδάω στα πουλιάΤα στιχάκια μου στην άμμο τα χαράζω βιαστικά,
να χαθούν στο πρώτο κύμα.
Στα βαθειά κρυμμένα πού’ χω μυστικά,
τη φουρτούνα κάνω μνήμα.
Αχ! Θάλασσα! Πώς γλυκαίνεις την ψυχή μου!
Αχ! Θάλασσα! Κάθε τέλος η αρχή μου
Με τον πόνο όλου του κόσμου μέσα μου έχω γεννηθεί.
Μια ζωή κυνηγημένος.
Η φωνή μου έχει χρόνια βουβαθεί.
Δεν ριζώνω, είμαι χαμένος
Αχ! Θάλασσα! Πώς γλυκαίνεις την ψυχή μου!
Αχ! Θάλασσα! Κάθε τέλος η αρχή μου
Τις ελπίδες μας η θάλασσα τις πήρε αγκαλιά
και τις πήγε σ’ ‘άλλα μέρη.
Ιστορίες και τραγούδια απ’ τα παλιά
και αγάπες θα μας φέρει.
Αχ! Θάλασσα! Πώς γλυκαίνεις την ψυχή μου!
Αχ! Θάλασσα! Κάθε τέλος η αρχή μου
ωή που δεν φτουράει
Για ένα χαμόγελό σου
Θα ζω και θα πεθαίνω
Και το παράπονό σου
Αέρας που ανασαίνω, αέρας που ανασαίνω
Ήλιε μου πού ξεστράτισες;
Και χλώμιασε η μέρα
Χαρά μου που δεν κράτησες
Σκόρπισες στον αέρα
Για ένα χαμόγελό σου
Θα ζω και θα πεθαίνω
Και το παράπονό σου
Αέρας που ανασαίνω, αέρας που ανασαίνω
Αχ, πονεμένη μου καρδιά!
Ό,τι κι αν λαχταρήσεις
Θα το πληρώσεις ακριβά
Και δεν θα το κρατήσεις
Μα το χαμόγελό σου
Δικό μου θα το κάνω
Με το παράπονό σου
Θα ζω και θα πεθάνω