Το δάχτυλο το τρύπησα
και για τον κόσμο κίνησα, που πάνε οι ελπίδες.
όταν δεν έχουν τι να πουν
όταν μιλάς και δεν ακούν, χαμένες Ατλαντίδες.
Το δάσος γύρω πύκνωσε
τη μέρα μου τη νύχτωσε ο πέτρινος ο τοίχος.
Αλήθεια και υποταγή
παράπονο και προσταγή, ο ξεχασμένος μύθος.
Κι ήθελα μόνο ένα φιλί
να μου ξυπνήσει τη ζωή
ν’ ανοίξει παραθύρια, ν’ ανοίξει παραθύρια.
Το δάχτυλο το τρύπησα
και η κυρά η ρήγισσα το χέρι μου κρατούσε.
Μου χάρισε μ’ απλοχεριά
χρυσά κεντίδια στη ματιά, μα πίσω μου γελούσε.
Τη σκάλα που ανέβηκα
ποτέ δεν την κατέβηκα, φαρμάκι τα βελόνια
Στη μελανή μου τη θωριά
θεμέλια σήκωσαν γερά, του ύπνου τα τελώνια.
Κι ήθελα μόνο ένα φιλί
να μου ξυπνήσει τη ζωή
ν’ ανοίξει παραθύρια, ν’ ανοίξει παραθύρια.
Κι έστειλες γράμμα και γραφή
αηδόνι σ’ αργυρό κλουβί, χρυσαφικά, μπακίρια
Κι ήθελα μόνο ένα φιλί
να μου ξυπνήσει τη ζωή
ν’ ανοίξει παραθύρια, ν’ ανοίξει παραθύρια.

